Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης: Ο Βίος και Θαύματα
Ο μακαριστός Γέροντας Ιάκωβος γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 1920 στα ευλογημένα και ματωμένα χώματα της αγιοτόκου Μικράς Ασίας, στο Λιβίσι της Μάκρης, μία μικρή παραθαλάσσια πόλη της Ιωνικής Γης, απέναντι περίπου από το Καστελλόριζο. Γονείς του ήταν ο ενάρετος και ευσεβής Σταύρος Τσαλίκης και η Θεοδώρα, κόρη του Γεωργίου και της Δέσποινας Κρεμμυδά. Από τα εννέα παιδιά που απέκτησαν, ο Θεός επέτρεψε να ζήσουν μόνο τρία.
Η οικογένεια ήταν από τις πιο εύπορες της περιοχής, ο αληθινός της όμως πλούτος ήταν η βαθιά της ευσέβεια και η καθαρή χριστιανική πίστη. Το γενεαλογικό της δέντρο καυχόταν «εν Χριστώ» για επτά γενιές ιερομονάχων, έναν αρχιερέα και έναν άγιο.

Η Μικρασιατική Καταστροφή και οι πρώτες δοκιμασίες
Τα τραγικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής, οι θηριωδίες και οι σφαγές των Νεοτούρκων και Κεμαλικών σε βάρος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου, που είχαν ξεκινήσει από το 1915–1917 και κορυφώθηκαν ως το 1920, χτύπησαν και την οικογένεια του Γέροντος.
Ο παππούς και νονός του, Γιώργης Κρεμμυδάς, άνθρωπος του Θεού, ο θείος του γιατρός Χατζηδουλής και άλλοι συγγενείς συνελήφθησαν από τους Τούρκους. Στη διάρκεια της εξαντλητικής πορείας προς τα «Τάγματα Εργασίας» στα βάθη της Μικράς Ασίας, ξεψύχησαν κοντά στη Νίγδη, βασανισμένοι από τους ζαπτιέδες και τους στρατιώτες.
Ο πατέρας του, Σταύρος Τσαλίκης, συνελήφθη και αυτός μαζί με τους άνδρες του Λιβισιού στις αρχές του 1922. Μετά από φρικτές κακουχίες, ατελείωτες οδοιπορίες και καταναγκαστικά έργα σε ορυχεία και νταμάρια, οδηγήθηκε στα μέρη της Τραπεζούντας, όπου τον υποχρέωσαν να χτίζει νοσοκομείο.
Ο ξεριζωμός και η προσφυγιά
Ο μικρός τότε Ιάκωβος, δύο χρονών παιδί, μαζί με τη γιαγιά, τη μητέρα του και τα δύο του αδέλφια —τον Γιώργο, τεσσάρων ετών, και την Αναστασία, σαράντα ημερών— ξεριζώθηκαν από την πατρίδα τους, το Λιβίσι. Μαζί με τα υπόλοιπα γυναικόπαιδα και τους γέροντες, καταληστευμένοι και ταλαιπωρημένοι από τους Τούρκους, επιβιβάστηκαν στα καράβια της προσφυγιάς για την Ελλάδα.
Τα πλοία, γεμάτα πρόσφυγες βασανισμένους από την πείνα, τη δίψα και την ψείρα, έφτασαν στον Πειραιά. «Όταν κατεβήκαμε στο λιμάνι», αφηγείτο ο Γέροντας, «παρόλη τη νηπιακή μου ηλικία, θυμάμαι πως ακούσαμε για πρώτη φορά Έλληνες να βλαστημούν τα Θεία. Τότε η γιαγιά μου είπε: “Πού ήρθαμε εδώ; Καλύτερα να γυρίσουμε πίσω να μας σκοτώσουν οι Τούρκοι, παρά να ακούμε τέτοια λόγια. Στη Μικρά Ασία δεν ξέραμε τέτοια αμαρτία”». Αυτά τα λόγια δείχνουν πόσο βαθιά ζούσαν τον Θεό οι Μικρασιάτες.
Από τον Πειραιά, το καράβι που μετέφερε και την οικογένεια του Γέροντος έφυγε για την Ιτέα. Από εκεί τους κατέβασαν και τους οδήγησαν με τα πόδια σ’ ένα χωριό της Άμφισσας, τον Άγιο Γεώργιο. Εκεί, σε μια μακρόστενη αποθήκη και κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, έζησαν δύο χρόνια μαζί με άλλες προσφυγικές οικογένειες.
Μετά από δύο χρόνια η θεία Πρόνοια έφερε στην ίδια περιοχή και τον πατέρα του Γέροντα, ο οποίος είχε κατορθώσει να δραπετεύσει από τους Τούρκους, παρόλο που τον φύλαγαν ως πολύτιμο αρχιμάστορα. Έτσι, με θαυμαστό τρόπο ξανασμίγει η οικογένεια.
Η κλίση του προς τον Θεό
Ο πέντε χρονών τότε Ιάκωβος είχε για «παιχνίδι» ένα κομματάκι κεραμίδι. Έβαζε πάνω του αναμμένο καρβουνάκι από την πυροστιά και, ψελλίζοντας «αλούγια – αλούγια» (αλληλούια), λιβάνιζε την οικογένειά του και όλες τις προσφυγικές οικογένειες που έμεναν χώρια μόνο με κουβέρτες για χωρίσματα στην αποθήκη.
Δεν του άρεσε να παίζει στον δρόμο. Δυσκολευόταν να ακούει τα άλλα παιδιά να λένε άσχημες λέξεις, ακόμα κι αν δεν τις καταλάβαινε. Προτιμούσε κάθε απόγευμα να πηγαίνει με τη γιαγιά και τη μητέρα του να ανάβουν τα καντηλάκια και να ακούει από τη γιαγιά του τους βίους των αγίων και τις ιστορίες για τους ιερομονάχους της οικογένειάς τους.
Εγκατάσταση στη Βόρεια Εύβοια και τα παιδικά χρόνια
Στα τέλη του 1925 η οικογένεια του Γέροντος Ιακώβου μεταφέρθηκε μαζί με άλλους πρόσφυγες στη Βόρεια Εύβοια, στο χωριό Φαράκλα. Στην αρχή έζησαν σε σκηνές και, μετά από δύο χρόνια, σε μικρά σπίτια καλλιεργώντας τα κτήματα που τους έδωσαν.
Ο πατέρας του ήταν σπουδαίος τεχνίτης, κτίστης, και έλειπε συχνά για δουλειές. Καθοριστικό ρόλο στη ζωή του Ιακώβου έπαιξε η μητέρα του, Θεοδώρα, στολισμένη με τις αρετές της πίστης, της ευσέβειας, της ελεημοσύνης, της εγκράτειας και της εργατικότητας. Αυτές τις αρετές τις μετέδωσε με αγάπη και υπομονή στην τρυφερή ψυχή του παιδιού της.
Του έμαθε να προσεύχεται και να κάνει πολλές μετάνοιες. Από έξι χρονών, χωρίς να ξέρει ακόμη γράμματα, είχε μάθει σχεδόν απ’ έξω τη Θεία Λειτουργία και την ψιθύριζε μόνος του, κάνοντας ελάχιστα λάθη. Τόσο αγαπούσε τις μετάνοιες, ώστε και τις Κυριακές, πριν έρθει ο κόσμος στην εκκλησία, έκανε αμέτρητες στρωτές μετάνοιες.
Κάποτε ο ιερέας του χωριού τον είδε να κάνει μετάνοιες στο ιερό και του είπε: «Παιδί μου Ιάκωβε, σήμερα Κυριακή, ημέρα αναστάσιμη, δεν κάνουν μετάνοιες». Κι εκείνος απάντησε απλά: «Κάνω μετάνοιες, πάτερ, γιατί η μητέρα μου έτσι με έμαθε».
Έλεγε επίσης ο Γέροντας: «Όταν έψαλλαν “Οι τα χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες…”, άκουγα φτερουγίσματα γύρω από την Αγία Τράπεζα». Στα παιδικά του μάτια, ο ιερέας δεν είχε σώμα· τον έβλεπε ως άγγελο που λειτουργεί μαζί με τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ.
Αγάπη για την εκκλησιαστική ζωή
Η αγάπη του μικρού Ιακώβου για τα προσκυνητάρια και τα εξωκκλήσια τον οδηγούσε συχνά στο εξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής, σε λόφο λίγο έξω από το χωριό, όπου στην αρχή λειτουργούσε και το σχολείο. Εκεί άναβε τα καντήλια και φρόντιζε τον ναό της και είχε την ευλογία, παιδί 8–9 ετών, να δει αρκετές φορές ολοζώντανη την Αγία.
Με συμβουλή της μητέρας του, ζήτησε σε μία από τις εμφανίσεις της να του πει «την τύχη του». Και η Αγία Παρασκευή του απάντησε: «Άκουσέ με, Ιάκωβε. Θα δεις δόξες πολλές, πολύς κόσμος θα ’ρχεται να σε δει, πολλά χρήματα θα περάσουν από τα χέρια σου, αλλά δεν θα μείνουν». Και πράγματι όλα αυτά επαληθεύτηκαν.
Από παιδί είχε ζωντανή, θαυμαστή σχέση με την Παναγία και τους αγίους. Ο Άγιος Χαράλαμπος τον θεράπευσε από δύσκολη ασθένεια, ενώ μια παλιά, θαυματουργή ασημένια εικόνα του Αγίου από τη Μικρά Ασία ήταν οικογενειακό κειμήλιο. Αργότερα, με δάκρυα, παρακάλεσε την Παναγία μπροστά στη θαυματουργή εικόνα της «Ξενιάς» και θεραπεύτηκε σχεδόν αμέσως από πληγές στα πόδια, τα οποία είχαν ματώσει στη δίωρη πορεία προς το προσκύνημα.
Η αγία ζωή του νεαρού Ιακώβου έκανε τους συγχωριανούς του, αλλά και τους κατοίκους των γύρω χωριών, να τον σέβονται ως «παιδί της Εκκλησίας». Από τα εννέα του χρόνια και μετά, πολλοί έτρεχαν σ’ αυτόν σαν σε γιατρό: τους διάβαζε προσευχές από μια Σύνοψη, τους σταύρωνε, τους ράντιζε με αγιασμό και πολλοί θεραπεύονταν.
Στο Δημοτικό είχε άριστη επίδοση σε όλες τις τάξεις και άψογη συμπεριφορά. Ο δάσκαλος και ο Επιθεωρητής επέμεναν να συνεχίσει το Γυμνάσιο στη Χαλκίδα, ώστε να μην «χαθεί» ένα τόσο καλό μυαλό. Ο πατέρας του, όμως, φοβούμενος τις παγίδες της κοινωνίας, δεν το επέτρεψε.
Έτσι ο Ιάκωβος έμεινε στο χωριό, εργαζόμενος στα δικά τους χωράφια και σε ξένα για μεροκάματο, ενώ αργότερα έγινε βοηθός του πατέρα του στα χτισίματα.
Τα πρώτα βήματα της άσκησης
Στην ηλικία των 13–14 ετών ο Ιάκωβος έγινε σιγά σιγά ένας μικρός ασκητής. Όλη μέρα εργαζόταν για τα προς το ζην και για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του, και το βράδυ αφιερωνόταν στην προσευχή και στις μετάνοιες. Στα 15–16 του χρόνια έφτανε να κάνει έως και δύο χιλιάδες μετάνοιες τη νύχτα.
Στη νηστεία ήταν επίσης πολύ αυστηρός. Για μεγάλα αλλά όχι συνεχόμενα διαστήματα, από το απόγευμα της Κυριακής μέχρι το Σάββατο που θα κοινωνούσε, δεν έτρωγε τίποτα. Μετά τη Θεία Κοινωνία και το αντίδωρο έτρωγε λίγο φαγητό, και μόνο την Κυριακή έτρωγε κανονικά. Στην περίοδο της Κατοχής, η άσκηση αυτή σε συνδυασμό με τη φτώχεια τον έφερε στα όρια της εξάντλησης, καθώς ό,τι είχε για φαγητό το έδινε σε πεινασμένα παιδιά και ανήμπορους γέροντες.
Δεν έλειψαν οι ειρωνείες από ορισμένους συγχωριανούς. Εκείνος, όμως, δεν απαντούσε ποτέ. Η φράση «ευχαριστώ, μπάρμπα-Γιώργη» έμεινε παροιμιώδης: έτσι αποκρινόταν με πραότητα σε έναν συγχωριανό που τον έβριζε χυδαία, ενώ του είχε κιόλας κλέψει τη σειρά στο πότισμα του χωραφιού.
Το 1942, σε ηλικία 22 ετών, δοκιμάστηκε σκληρά από την κοίμηση της μητέρας του Θεοδώρας, με την οποία είχε ισχυρό φυσικό και πνευματικό δεσμό. Εκείνη κοιμήθηκε «σιακά», με προειδοποίηση από τον άγγελό της τρεις μέρες πριν. Η μετά θάνατον εμφάνισή της στον ύπνο του και οι νουθεσίες της τον παρηγόρησαν και τον ενίσχυσαν.
Συνέχισε έτσι τον ίδιο ασκητικό τρόπο ζωής μέχρι τα 27 του, όταν τον κάλεσαν στον Στρατό, καθυστερημένα λόγω πολέμου, Κατοχής και ανώμαλων συνθηκών.
Η στρατιωτική του θητεία
Το 1947, εν μέσω του εμφυλίου πολέμου, ο Γέροντας Ιάκωβος υπηρέτησε στο Βόλο και έπειτα στον Πειραιά. Με πίστη στον Θεό, προσευχή, σεβασμό και απόλυτη υπακοή στους ανωτέρους του, αλλά χωρίς να συμμετέχει σε άτοπες συνήθειες, στάθηκε παράδειγμα για πολλούς συστρατιώτες.
Στον Στρατό συνέχισε την άσκησή του: ποτέ δεν έφαγε λαδερό φαγητό Τετάρτη και Παρασκευή ούτε στις Σαρακοστές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, παρότι αυτό σήμαινε πολλές θυσίες.
Χαιρόταν ιδιαίτερα όταν, με καθημερινές πεζοπορίες από τον Πειραιά προς την Αθήνα, προσκυνούσε ναούς και εξωκκλήσια. Οι κόποι αυτοί άφησαν σημάδια στο σώμα του, τα οποία φάνηκαν αργότερα.
Ως στρατιώτης, με ευχές και προσευχές του, βοήθησε οικογένεια εφέτη στην Αθήνα να απαλλαγεί από δαιμονική ενέργεια· η σύζυγος είδε δαιμόνιο σαν μαύρο φοβερό σκύλο να βγαίνει από το σπίτι της λέγοντας: «Μ’ έδιωξε εκείνος ο κοκκαλιάρης».
Απολύθηκε άνω των τριάντα ετών. Αφού πρώτα αποκατέστησε την αδελφή του, σύμφωνα με την εντολή της μητέρας του, και έχοντας ζήσει «ευαγγελικώς» στον κόσμο, στράφηκε στην πολυπόθητη μοναχική ζωή.
Η κλήση προς τη μοναχική ζωή και ο Όσιος Δαυΐδ
Αρχικά επιθυμούσε να πάει στους Αγίους Τόπους και να ζήσει στην έρημο ως ασκητής. Πριν φύγει, όμως, θεώρησε καλό να επισκεφθεί τη Μονή του Οσίου Δαυΐδ στη Βόρεια Εύβοια και να ζητήσει τη βοήθεια και μεσιτεία του Οσίου.
Με την άφιξή του στη Μονή είδε ολοζώντανο τον ίδιο τον Όσιο Δαυΐδ, που τον υποδέχθηκε. Σε όραμα είδε όχι το παλαιό, ερειπωμένο μοναστήρι, αλλά μια ουράνια, παραδεισένια πολιτεία ασκητών. Συγκλονισμένος, υποσχέθηκε στον Άγιο ότι θα παραμείνει στη Μονή, όπως και έγινε. Την εποχή εκείνη ζούσαν στη Μονή τρεις γεροντάδες με ιδιόρρυθμο σύστημα, με ηγούμενο τον αρετήμονα αρχιμανδρίτη Νικόδημο Θωμά.
Η μοναχική ζωή στο Μοναστήρι του Οσίου Δαυΐδ
Ξεκινώντας τη μοναχική ζωή, ο πατήρ Ιάκωβος έβαλε ως απαράβατο θεμέλιο την υπακοή: δεν έκανε τίποτα χωρίς την ευλογία του ηγουμένου. Συχνά χρειαζόταν να διανύει πορείες τεσσάρων και πέντε ωρών για να πάρει μια απλή ευλογία, διότι ο Γέροντάς του βρισκόταν συχνά στη Λίμνη για εφημεριακά καθήκοντα.
Η άνευ γογγυσμού υπακοή του και ο μεγάλος του ζήλος στη σωματική και πνευματική εργασία μέσα στη Μονή κίνησαν τον φθόνο του πονηρού, ο οποίος ξεσήκωσε εναντίον του τους παλαιούς ιδιορρύθμους πατέρες. Θλίψεις, πικρίες και δοκιμασίες πολλές επιτράπηκαν από τον Θεό, όμως ο Γέροντας δεν λύγισε· συνέχισε ατάραχα τον αγώνα του.
Δοκιμασίες, φτώχεια και δαιμονικοί πειρασμοί
Εκτός από την ανθρώπινη κακομεταχείριση, είχε να αντιμετωπίσει και τη φοβερή φτώχεια της Μονής. Το κελί του ήταν ετοιμόρροπο, παγωμένο, με χαλασμένα παντζούρια και τρύπιο πάτωμα. Στις χαραμάδες έμπαινε χιόνι, ενώ κάτω από το πάτωμα έβαζαν τα γίδια. Στερούνταν ακόμα και τα στοιχειώδη ρούχα και παπούτσια για τον χειμώνα, με αποτέλεσμα να αρρωσταίνει συχνά. Το σώμα του ταλαιπωρήθηκε, αλλά η ψυχή του έμενε αλώβητη.
Ο σατανάς δεν αρκέστηκε στον αόρατο πνευματικό πόλεμο, όπου «έσπαγε» πάνω στην υπομονή, την προσευχή και την ταπείνωσή του, αλλά τον πολέμησε και αισθητά. Μια φορά, δεκαοχτώ δαίμονες με διάφορες μορφές —ανθρώπων, πιθήκων κ.ά.— όρμησαν επάνω του την ώρα που εργαζόταν και, χτυπώντας τον, τον άφησαν μισοπεθαμένο. Σώθηκε όταν κατάφερε να ελευθερώσει το χέρι του και να κάνει τον Σταυρό του.
Άλλοτε, στο ασκητήριο του Οσίου Δαυΐδ, όπου πήγαινε νύχτα για προσευχή, παρουσιάστηκαν μπροστά του αναρίθμητοι σκορπιοί. Όταν κατάλαβε ότι πρόκειται για δαιμονική ενέργεια, χάραξε γύρω τους ένα κύκλο και τους διέταξε να μην τον περάσουν· και δεν μπόρεσαν. Ο Θεός του είχε δώσει εξουσία να ενεργεί με τη χάρη Του.
Σε όλες αυτές τις δοκιμασίες ο πατήρ Ιάκωβος αντιπαρέταξε ακλόνητη πίστη, αγάπη προς τον Όσιο Δαυΐδ, ιώβεια υπομονή, άκρα υπακοή και ταπείνωση και αδιάλειπτη προσευχή. Εφάρμοσε στην πράξη τον λόγο: «Η Βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Η βία προς τον εαυτό του —στη νηστεία, στην αγρυπνία, στην άσκηση— ήταν χαρακτηριστικό της ζωής του. Ήταν άνθρωπος του «ναι, ναι» και του «όχι, όχι».
Το χάρισμα της ιερωσύνης
Ο Θεός τον αξίωσε και του μεγάλου χαρίσματος της ιερωσύνης. Ο ίδιος έλεγε: «Ποτέ στη ζωή μου δεν επεθύμησα θέσεις και αξιώματα, ούτε φαντάστηκα ότι θα άξιζα μια τέτοια τιμή. Δέχθηκα μόνο από υπακοή στον Γέροντά μου και σεβασμό προς τον άγιο εκείνο επίσκοπο Χαλκίδος, τον μακαριστό Γρηγόριο».
Η χειροτονία του σε διάκονο έγινε στις 18 Δεκεμβρίου 1952 στο εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας στη Χαλκίδα και σε πρεσβύτερο την επόμενη μέρα, 19 Δεκεμβρίου, στο παρεκκλήσι του Επισκοπείου. Ο μητροπολίτης του είπε τότε προφητικά: «Κι εσύ, παιδί μου, θα αγιάσεις. Να συνεχίσεις με τη δύναμη του Θεού και θα σε ανακηρύξει σε άγιο η Εκκλησία».
Πνευματικές εμπειρίες κατά τη Θεία Λατρεία
Κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, ο π. Ιάκωβος ζούσε πολλά πνευματικά γεγονότα. Έλεγε ότι λειτουργούσε «συλλειτουργώντας» με Χερουβείμ, Σεραφείμ και Αγίους. Στην Προσκομιδή είδε κάποτε και άγγιξε πνευματικά το ίδιο το Πανάγιο Αίμα του Κυρίου. Άλλοτε είδε αγγέλους να παραλαμβάνουν τις μερίδες των μνημονευομένων και να τις καταθέτουν σαν προσευχές μπροστά στο Θρόνο του Χριστού.
Επίσης έβλεπε «πνευματικώ τω τρόπω» κεκοιμημένους με ανοιχτή την παλάμη, να του ζητούν να βγάλει μερίδα υπέρ αναπαύσεώς τους· όταν το έκανε, τους έβλεπε να αναπαύονται. Μια άλλη φορά είδε φωτοειδή αστέρα να στέκει πάνω από το κεφάλι ευλαβούς ιερέως τη στιγμή που εκείνος έθετε τον αστερίσκο επάνω στον Αμνό.
Όλα αυτά ήταν μεγάλες δωρεές του Θεού προς τον εκλεκτό Του δούλο.
Η διακονία του ως πνευματικού και ηγούμενου
Ως πνευματικός πατέρας, κανείς δεν έφευγε από το πετραχήλι του ανικανοποίητος. Με πολλή αγάπη θυσιαζόταν για όλους, παρά τις πολλές του ασθένειες. Δεν είπε ποτέ σε άνθρωπο: «Δεν μπορώ να σε δω». «Ο κόσμος», έλεγε στη συνοδεία του, «ούτε να φάει ούτε να πιει θέλει, ζητά την αγάπη μας. Αν αυτό το κάνουμε, θα πετύχουμε ως μοναχοί».
Από το 1975, με απόφαση του Μητροπολίτη Χαλκίδος Χρυσοστόμου, ανέλαβε Ηγούμενος της Μονής. Τότε «ο λύχνος ετέθη επί την λυχνίαν» και φανερώθηκαν αναγκαστικά τα χαρίσματά του, που πάσχιζε να κρύψει. Η φήμη του Οσίου Δαυΐδ, τα θαύματά του, ο αγιασμένος ηγούμενος π. Ιάκωβος, ο άγρυπνος κόπος και η αβραμιαία φιλοξενία των πατέρων διέδωσαν τη φήμη της Μονής σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Έτσι η Μονή αναδείχθηκε σε «κυψέλη πνευματικής ζωής και φάρο Ορθοδοξίας, πανελλήνιο προσκύνημα, πανορθόδοξη αναφορά του αιώνα μας».
Ασθένειες και δοκιμασίες της υγείας
Μετά τα 55 του χρόνια ο Γέροντας πέρασε πολλές και επώδυνες ασθένειες. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Πήρε ο εωσφόρος την άδεια να πειράξει το σώμα μου». Δαιμόνιο, μάλιστα, μέσω δαιμονισμένης, αποκάλυψε και ονομαστικά τις παθήσεις του, που μόνο ο ίδιος γνώριζε.
«Εμένα, που ποτέ άνθρωπος δεν με είδε γυμνό, εκτός από τη μητέρα μου όταν ήμουν παιδάκι,» έλεγε, «παραχώρησε ο Θεός να με δουν οι γιατροί και οι νοσοκόμοι και να με χειρουργήσουν επανειλημμένως. Έγινα θέατρο αγγέλοις και ανθρώποις».
Πολλές φορές οι άγιοι —ο Όσιος Δαυΐδ, ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος, οι Άγιοι Ανάργυροι, η Αγία Παρασκευή— επενέβαιναν μετά από παρακλήσεις του και του χάριζαν ίαση. Η τελευταία μεγάλη δοκιμασία ήταν η πάθηση της καρδιάς του, που συνδέθηκε με έναν πειρασμό που πέρασε.
Πνευματικά χαρίσματα και ακτινοβολία
Ο Γέροντας Ιάκωβος έζησε οσίως περίπου σαράντα χρόνια στη Μονή του Οσίου Δαυΐδ και τριάντα δύο «ευαγγελικώς» στον κόσμο. Μιμήθηκε τον Όσιο Δαυΐδ, βάδισε στα ίχνη των παλαιών ασκητών, αντιμετώπισε ανάλογους πειρασμούς και κακοπάθειες.
Όσο αυξάνονταν οι δοκιμασίες και οι ασθένειες, τόσο τον χαρίτωνε ο Θεός με σπάνια χαρίσματα: διοράσεως, προοράσεως, διακρίσεως, παρηγορίας. Αυξάνονταν οι θεοπτείες και τα σημεία της προσευχής του, αλλά και η πνευματική του ακτινοβολία.
Στη Μονή προσέρχονταν όχι μόνο απλοί άνθρωποι, αλλά και πατριάρχες, αρχιερείς, κληρικοί, μοναχοί, άρχοντες, δικαστές, καθηγητές, επιστήμονες. Όλοι έφευγαν αισθανόμενοι πως πέρασαν από έναν μικρό Παράδεισο.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έγραψε σε επιστολή του προς τη Μονή (14.2.1994) ότι, όπως είπε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για τον Άγιο Μελέτιο Αντιοχείας, έτσι κι εδώ: μόνο και μόνο η θέα του Γέροντος ήταν αρκετή να διδάξει αρετή σε όποιον τον έβλεπε.
Η οσιακή κοίμησή του
Η κοίμησή του ήταν αντάξια της ζωής του. Την προαισθανόταν και, γι’ αυτό, παρακάλεσε αγιορείτη ιεροδιάκονο που τον εξομολόγησε το πρωί της 21ης Νοεμβρίου 1991 να παραμείνει στη Μονή ως το απόγευμα «για να τον ντύσει».
Στις 4:17 το απόγευμα της ίδιας μέρας, σαν μικρό πουλί, παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό. Το λείψανό του ήταν λαμπερό, εύκαμπτο, ζεστό, γεμάτο χάρη. Από τα χείλη των χιλιάδων πιστών που προσέρχονταν έβγαινε αυθόρμητα η ιαχή: «Άγιος, άγιος… είσαι άγιος».
Μετά την κοίμησή του, ο Γέροντας συνεχίζει να ευεργετεί με την παρρησία του προς τον Θεό. Στη Μονή του Οσίου Δαυΐδ υπάρχουν εκατοντάδες μαρτυρίες πιστών για θεραπείες, επεμβάσεις και μεταθανάτιες εμφανίσεις του.
Η παρρησία του π. Ιακώβου – σύγχρονες μαρτυρίες
1. Θεραπεία ιερέα στον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο
Ο π. Ιωάννης Βερνέζος, εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου του Ρώσου στο Προκόπι Ευβοίας, είχε ένα ογκίδιο στο δεξί του χέρι, αντιαισθητικό και επικίνδυνο. Την ημέρα της κηδείας του Γέροντος (22.11.1991) τον παρακάλεσε θερμά. Ασπαζόμενος το ιερό σκήνωμα, ακούμπησε το χέρι με το ογκίδιο πάνω στο λείψανο. Από εκείνη τη στιγμή το ογκίδιο άρχισε να μικραίνει και σιγά σιγά εξαφανίστηκε.
2. Θεραπεία ογκιδίου στη γλώσσα
Η κ. Ανδρομάχη Πασχάλη από τη Λίμνη Ευβοίας παρουσίασε στις 18 Νοεμβρίου 1993 ένα κεράτινο ογκίδιο στην άκρη της γλώσσας, που μεγάλωσε και την ενοχλούσε πολύ. Δύο μήνες αργότερα, σε ψυχική ένταση, μίλησε με απλότητα στον π. Ιάκωβο μπροστά σε μικρή φωτογραφία του, παρακαλώντας τον να την βοηθήσει για να μη μπλέξει σε πολλές ιατρικές εξετάσεις.
Το ίδιο βράδυ κοιμήθηκε. Το πρωί, πίνοντας καφέ, ένιωσε πως δεν την ενοχλεί τίποτα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη: το ογκίδιο είχε εξαφανιστεί, χωρίς να αφήσει ίχνος. «Έτσι απλά τον παρακάλεσα, έτσι απλά με βοήθησε», έγραψε στην επιστολή της.
3. Θεραπεία ιερέα στην Κύπρο
Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος διηγήθηκε ότι είχε μεταφέρει στην Κύπρο λάδι από το καντήλι του τάφου του Γέροντος. Το 1993, ο π. Παναγιώτης Ζάρος, εφημέριος στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο Λάρνακας, που υπέφερε χρόνια από ραγάδες στο έντερο και μεγάλη αιμορραγία, τον παρακάλεσε να προσευχηθεί, γιατί δεν άντεχε τους πόνους.
Ο π. Παναγιώτης πήγε ο ίδιος στο μοναστήρι, πήρε το λάδι, σταυρώθηκε και επέστρεψε. Το ίδιο βράδυ τηλεφώνησε συγκινημένος: η ροή του αίματος είχε σταματήσει και σταδιακά θεραπεύτηκε πλήρως, ύστερα από πάθηση που τον ταλαιπωρούσε από την εφηβεία.
Υποσχέθηκε να τελεί κάθε χρόνο Θεία Λειτουργία και μνημόσυνο στον Γέροντα την ημέρα της θεραπείας του. Όταν έναν χρόνο μετά το ξέχασε, παρουσίασε λίγο αίμα· θυμήθηκε την υπόσχεση, την τήρησε, και η αιμορραγία σταμάτησε οριστικά. Από τότε δεν παραλείπει τη μνήμη του Γέροντα.
4. Το κομποσχοίνι στον τάφο του Γέροντος
Ο κ. Γιώργος Ιωαννίδης, παθολόγος από τον Βόλο, καθώς έφευγε από τη Μονή το Σεπτέμβριο του 1997, ένιωσε έντονη εσωτερική ανάγκη να επιστρέψει για να προσκυνήσει ξανά τον τάφο του Γέροντα. Λίγο πριν τον τάφο είδε στη γη ένα κομποσχοίνι. Το σήκωσε ψηλά για να δει αν το είχε χάσει κάποιος άλλος.
Την ίδια στιγμή άκουσε πίσω του μια φωνή: «Τι ψάχνεις; Για σένα είναι το κομποσχοίνι». Γυρίζοντας, είδε σε μικρή απόσταση μπροστά του ολοζώντανο τον Γέροντα Ιάκωβο να του χαμογελά. Τον είδε τόσο καθαρά, ώστε διέκρινε ακόμη και την υγρασία στα μάτια του και τις φλεβίτσες στο πρόσωπο. Η εμπειρία αυτή σφράγισε μέσα του τη βεβαιότητα της χάριτος του Θεού.
5. Διάσωση ναυτικού στην Ινδία
Ο κ. Γιαννούλης, ναυτικός από την Άνδρο, αφηγήθηκε ότι ταξιδεύοντας στην Ινδία αντιμετώπισε σοβαρό καρδιακό επεισόδιο. Στο νοσοκομείο, οι γιατροί είπαν στους συναδέλφους του πως «τελειώνει». Ο ίδιος, παρότι βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση, ένιωθε μια αόρατη θεία δύναμη να τον κρατά.
Όταν συνήλθε λίγο και άνοιξε τα μάτια του, είδε μπροστά του τον Γέροντα Ιάκωβο, τον οποίο γνώριζε από το βιβλίο της ζωής του. Εκείνος του είπε: «Μη φοβάσαι, κύριε Γιαννούλη. Θα σε βοηθήσω, θα γίνεις τελείως καλά και θα ξαναγυρίσεις στην πατρίδα». Από εκείνη τη στιγμή άρχισε η ανάρρωσή του, μέχρι που θεραπεύτηκε πλήρως και επέστρεψε στην Ελλάδα.
Από όλες αυτές —και πολλές ακόμη— μαρτυρίες, φαίνεται η μεγάλη παρρησία του Γέροντα Ιακώβου ενώπιον του Θεού. Είθε να πρεσβεύει για όλους μας. Αμήν.
Απολυτίκιον Αγίου Ιακώβου Τσαλίκη
Διαβάστε την Πνευματική Επικοινωνία Αγίου Ιακώβου με τον Άγιο Παΐσιο






